ΜΥΩΠΙΑ

Η μυωπία είναι διαθλαστική ανωμαλία του ματιού, κατά την οποία οι ακτίνες του φωτός δεν συγκεντρώνονται στον αμφιβληστροειδή, όπως είναι το φυσιολογικό, αλλά σε κάποιο σημείο μπροστά από αυτόν. Για αυτόν το λόγο, ο μύωπας (αρχ. μύωψ) αδυνατεί να δει καθαρά τα αντικείμενα που βρίσκονται μακριά και μισοκλείνει τα μάτια για να το καταφέρει καλύτερα — αυτό φαίνεται και από την ετυμολογία της λέξης μύωψ [<μύω (=κλείνω ελαφρώς τα μάτια) + ὢψ (=βλέμμα, όψη)].

Η μυωπία είναι συχνή διαθλαστική ανωμαλία του ματιού, που οφείλεται σε ανατομική δυσαναλογία του. Εξ αιτίας αυτής, οι ακτίνες του φωτός (το «είδωλο» που σχηματίζεται) δεν συγκεντρώνονται στον αμφιβληστροειδή, όπως είναι το φυσιολογικό, αλλά σε κάποιο σημείο μπροστά από αυτόν. Για αυτόν το λόγο, ο μύωπας δεν μπορεί να δει καθαρά τα αντικείμενα που βρίσκονται μακριά, ενώ δεν έχει πρόβλημα στα αντικείμενα που βρίσκονται κοντά. Είναι το ακριβώς αντίθετο από την υπερμετρωπία.

Η μυωπία στις περισσότερες περιπτώσεις οφείλεται στο ότι ο βολβός του ματιού είναι πιο επιμηκυμένος από το κανονικό σφαιροειδές σχήμα. Διακρίνεται σε απλή και παθολογική. Η απλή μυωπία μπορεί να εμφανιστεί από την παιδική ηλικία, συνήθως ανάμεσα στα 5 και 12 χρόνια.Η παθολογική μυωπία σχετίζεται με μυωπικές αλλοιώσεις που εμφανίζονται συνήθως σε μυωπίες πάνω απο 6.00 βαθμούς. Η μυωπία διορθώνεται με τη χρησιμοποίηση αποκλινόντων φακών (γυαλιά), φακών επαφής (διαφόρων τύπων: μαλακών, ημερήσιων, μηνιαίων, κλπ), ή και εγχείρηση με τη χρήση ακτίνων λέιζερ PRK ή LASIK.

Η διάγνωση της μυωπίας συνήθως γίνεται μέσω μιας οφθαλμολογικής εξέτασης η οποία πραγματοποιείται από έναν οφθαλμίατρο.Συνήθως ένα διαθλασίμετρο ή ένα σκιοσκόπιο χρησιμοποιείται για να δώσει μια αρχική αντικειμενική εκτίμηση της διαθλαστικής κατάστασης κάθε ματιού, και στη συνέχεια χρησιμοποιείται ένα phoropter, ώστε να καθορίσουμε τους βαθμούς της μυωπίας του κάθε ματιού.